ἐπιχρίμπτω

ἐπιχρίμπτω,
A bring upon,

νέφος ἐπὶ γαῖαν B.Fr.20.3

.
2 attack, τινα Opp.C.2.171.
II [voice] Pass., lean over or towards, A.R.1.1235.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιχρίμπτω — ἐπιχρίμπτω (Α) 1. φέρνω κάτι επάνω από κάτι άλλο («ἐπιχρίμπτων νέφος ἐπὶ γαῑαν») 2. επιτίθεμαι 3. παθ. ἐπιχρίμπτομαι ακουμπώ, στηρίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χρίμπτω «πλησιάζω, φέρνω κοντά»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.